Το Ποίημα της Εβδομάδας: Λευτέρης Πούλιος, Αμέρικαν μπαρ στην Αθήνα (και σε απαγγελία από τον ποιητή)

ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΜΠΑΡ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

Ανάμεσα στα περιπλανώμενα, βιαστικά, ηλίθια, πρόσωπα
του δρόμου, σε είδα απόψε Κωστή Παλαμά
σεργιανίζοντας πάνω-κάτω στη μεθυσμένη μου απογοήτευση
γυρεύοντας μια πόρνη ή ένα φίλο ή την ανάσταση
Τι βιτρίνες και τι φεγγάρι! άνθρωποι λογής-λογής
βολτάρουν τη νύχτα· και σιδερένια σκυλιά που κορνάρουν
γάτες στους σκουπιδοτενεκέδες και συ παραμυθά Βερν
τι γύρευες στην είσοδο της πολυκατοικίας;
Νοιώθω τις σκέψεις σου Κωστή Παλαμά· άμυαλε
γεροξεφαντωτή καθώς έμπαινες μέσα στο μπαρ
γλυκοκυττάζοντας τις πουτάνες. και πίνοντας ένα
διπλό ουίσκυ. Σ’ ακολούθησα μέσα από ομίχλες
από τσιγάρα και χάχανα λόγω των γυναικείων
μαλλιών μου. Κάθησα να με κεράσεις
πάνω στο σανιδένιο πάγκο. Δίπλα σε μια σειρά
καθισμένα αγάλματα.
– Είμαστε οι ζωντανότεροι τούτης της νύχτας –
Οι χαφιέδες μάς κοιτάζουν καχύποπτα και
τα φώτα σβύνουνε σε μια ώρα
Ποιος θα μας κουβαλήσει στο σπίτι;
Κωστή Παλαμά, έρημε φωνακλά, άσωτη
κλήρα μου. Τι ρωμιοσύνη δασκάλευες με φωτιά
και βουή, ανεβασμένος στη κορφή της ελπίδας,
όταν ξαφνικά η νύχτα πετάχτηκε σα μαχαίρι
απ’ τη θήκη. Κι απόμεινες στη καρέκλα
παράλυτος με τ’ όραμα μιας αυγούλας
που άχνιζε.
Νοιώθω σκολιαρόπαιδο που τούλαχε στραβόξυλο
δάσκαλος. Καιρό λογάριαζα μαζί σου πώς
θα τα πάω. Φρικτό γερασμένο σκυλί πάμε
να ξεράσουμε τ’ αποψινό μας μεθύσι,
σ’ όλες τις πόρτες των κλειστών βιβλιοπωλείων
Πάμε να κατουρήσουμε όλα τα αγάλματα
της Αθήνας· προσκυνώντας μονάχα
του Ρήγα. Και να χωρίσουμε ο καθένας στο
δρόμο του σα παππούς κι εγγονός που
βριστήκανε. Φυλάξου καλά απ’ τη τρέλλα
μου γέρο· όποτε μου τη δώσει θα
σε σκοτώσω.

Το ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε στην Ανεξάρτητη Έκδοση Έξι – Ποιητές 1971, στο Ποίηση 2, 1973 και έπειτα στον τόμο Ποιήματα – Επιλογή 1969-1978 (εκδόσεις Κέδρος)

Πηγές: https://freedomgreece.blogspot.com/2016/07/blog-post_26.html και http://atheofobos2.blogspot.com/2019/04/blog-post.html

Λευτέρης Πούλιος, Δύο ποιήματα (Το θεώρημα, Το εμπόρευμα)

Το θεώρημα

Στο μετρό
ονειροπολώ
κι ανασαίνω βαριά
απ’ το κάπνισμα.

Για μια στιγμή ζαλίζομαι
και πέφτουν πάνω μου πολλά φώτα.
Θλίβομαι νιώθοντας
την ανέλπιδη τέχνη
του ποιητή.

Πόσο απλός ο κόσμος,
αυτό το μεγάλο τίποτα,
και πόσο δυστυχία
και βάσανα
σε ραγισμένες καρδιές
και ψυχές πεθαμένες.

(Το Θεώρημα, Κέδρος, 2005)

Το εμπόρευμα

Είμαι δεσμώτης κάτω από την υψηλή δικαιοσύνη ενός
χαμόγελου και θλίβομαι άμετρα για τον πλανήτη
που ‘χασε όλη την αγνότητα
λουσμένος στον κατακλυσμό της ανθρώπινης μωρίας.

Φτηνά ή ακριβά όλα πουλιούνται. Καθετί γίνεται
για να πουληθεί και να πουληθεί γρήγορα.
Ο άνεμος και το κύμα από τους εμπόρους πουλήθηκαν.
Ό,τι γεύτηκαν η ευγένεια και το έγκλημα, ό,τι γνωρίζει
ο έρωτας και η καθημερινή επιθυμία των όχλων,
έχει πουληθεί. Ό,τι η τέχνη
και η επιστήμη αναγνώρισαν, έχει πουληθεί.

Οι ξαναμμένες κραυγές των οδών, εφαρμογές
και ιδέες έχουν πουληθεί. Κάθε πράμα
έχει την αξία του στην αγορά. Τα βρόμικα
εσώρουχα της Μπαρντό αξίζουν όσο ένας Ρέμπραντ.

Η αναρχία των μαζών προβάλλεται στις βιτρίνες
των καταστημάτων. Έχουν πουληθεί τρελά μυστικά
για κάθε ακολασία.
Όλοι δίνουν νωρίς την παραγγελιά τους.

(Ο γυμνός ομιλητής, Κέδρος, 2001)

Πηγές: Ποιείν, Bibliotheque

O ποιητής Λευτέρης Πούλιος γεννήθηκε στην Aθήνα το 1944. Εμφανίστηκε στα γράμματα πρώιμα το 1961, με τη δημοσίευση ποιήματός του στην εφημερίδα “Αυγή”. Η ουσιαστική του όμως παρουσία εγκαινιάστηκε το 1969 με τη συλλογή “Ποίηση”, με πρόλογο του Φώντα Κονδύλη. Συμμετείχε στην έκδοση των “Νέων κειμένων”, των “Έξι ποητών” και της “Κατάθεσης ’73”. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά “Ακτή”, “Ausblicke”, “Τραμ”, “Χρονικό” κ.ά. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, ιταλικά, ρωσικά, γαλλικά και τσέχικα. (φωτογραφία: Δημήτρης Γέρος) Πηγή

Μπάχαλο! Comedy show από την θεατρική ομάδα Τσιριτσάντσουλες | Online και δημόσια προβολή

| ΤΣΙΡΙΤΣΑΝΤΣΟΥΛΕΣ : ΜΠΑΧΑΛΟ COMEDY SHOW |

Πέμπτη 20/5 – 21:00 – ΠισΩδείο (στα Χανιά)

Η πολυαναμενόμενη νέα κωμική τηλεοπτική σειρά από τις Τσιριτσάντσουλες, έρχεται στο Tsiri TV, με μία πιλοτική σαιζόν τεσσάρων επεισοδίων.

Τετάρτη 19 Μαΐου 2021, και κάθε Τετάρτη έως τις 9 Ιουνίου, στις 21:00 στο Tsiri web TV, στη διεύθυνση http://tsiritsantsoules.gr/

Πρόγραμμα προβολών:
19/5 Επεισόδιο 1 – Επιδημία
26/5 Επεισόδιο 2 – Λογοτεχνία
2/6 Επεισόδιο 3 – Καπιταλισμός
9/6 Επεισόδιο 4 – Ασφάλεια (το ημερολόγιο ενός μπάτσου)

Υπόθεση:

Το μπάχαλο είναι αυτό που περιγράφει ο τίτλος του. Μπάχαλο! Πιο συγκεκριμένα, είναι μια συρραφή κωμικών σκετς, πάνω σε μία «χαλαρή» θεματική, που οικοδομούν ένα δικό τους σύμπαν. Βασίζεται σε κείμενα πρωτότυπα αλλά και σε άλλα παλαιότερα που αγαπάμε πολύ, κάποια δοκιμασμένα στο παρελθόν από την ομάδα μας στη θεατρική σκηνή και άλλα, που προστέθηκαν για τις ανάγκες της σειράς.

Λίγα λόγια για τη σειρά:

Η κωμική σειρά «Μπάχαλο» είναι το αποτέλεσμα του νοσηρού εγκλεισμού μας και της βίαιης απενεργοποίησής μας ως καλλιτεχνική ομάδα, τον τελευταίο χρόνο.
Η ιδέα είχε ξεκινήσει ενάμιση χρόνο νωρίτερα, όταν συγκεντρώναμε υλικό για μια μεγάλου μήκους ταινία, προκειμένου να γιορτάσουμε τα είκοσι χρόνια ζωής των Τσιριτσάντσουλες. Λογαριάζαμε όμως χωρίς τον ξενοδόχο… Ο mr Covid μας επισκέφτηκε και έφερε τα πάνω κάτω στις ζωές μας, το ίδιο και στον προγραμματισμό μας. Έτσι αφού καταλάβαμε πως δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε τα γυρίσματα που υπολογίζαμε λόγω απαγορεύσεων, αλλά και πως θα έπρεπε να μείνουμε καλλιτεχνικά ανενεργοί για μεγάλο διάστημα, αποφασίσαμε να αποδομήσουμε το υλικό που συγκεντρώναμε για την ταινία και να το επανασυνθέσουμε σε μία φόρμα που να μπορεί να γυριστεί ευέλικτα, στις συνθήκες εξαίρεσης και καραντίνας που βιώναμε.
Έτσι σας παρουσιάζουμε το Μπάχαλο Comedy Show, μια χειροποίητη κωμική σειρά με μία πρώτη πιλοτική σαιζόν τεσσάρων επεισοδίων, ώστε να δοκιμάσουμε τα όρια και τις τεχνικές μας, με την ακράδαντη πεποίθηση ότι πάντοτε μπορούμε και χειρότερα.
Η σειρά θα προβάλλεται live κάθε Τετάρτη στις 21:00 και θα παραμείνει on line στο http://tsiritsantsoules.gr/ με ελεύθερη πρόσβαση.

http://tsiritsantsoules.gr/

Οι Τσιριτσάντσουλες στο Facebook

*θα ακολουθήσει μπαρ οικονομικής ενίσχυσης για τις Τσιριτσάντσουλες !

Βιβλίο: Ιωάννα Ρεμεδιάκη, Εταιρεία Θεάτρου Μνήμη, Θέατρο Κυδωνία – Είκοσι χρόνια θέατρο στα Χανιά, 2000-2020

ΕΤΑΙΡΕIΑ ΘΕAΤΡΟΥ ΜΝHΜΗ, ΘEΑΤΡΟ ΚΥΔΩΝΙΑ
Είκοσι χρόνια θέατρο στα Χανιά, 2000-2020

Η Ιωάννα Ρεμεδιάκη με καταγωγή από την Ιεράπετρα Λασιθίου, αναδεικνύει έμπρακτα με το ουσιαστικό ενδιαφέρον της για το θέατρο την πιο σημαντική και καίρια ιδιότητα ενός σοβαρού θεατρολόγου: την αγάπη για την έρευνα.

Η περίπτωση του Θεάτρου Κυδωνία της κίνησε το ενδιαφέρον εδώ και αρκετά χρόνια. Ταξίδεψε λοιπόν στα Χανιά αρκετές φορές, γνώρισε τους βασικούς συντελεστές και ηθοποιούς του σχήματος, είδε παραστάσεις τόσο στην έδρα του θιάσου όσο και στις περιοδείες του στην Αθήνα, μοίρασε ερωτηματολόγια στους θεατές, πήρε συνεντεύξεις από τους συνεργάτες, τους ηθοποιούς και τους μαθητές της Δραματικής Σχολής, μελέτησε σελίδα σελίδα τα προγράμματα των παραστάσεων, τις κριτικές και τις συνεντεύξεις του σκηνοθέτη, και κάποια στιγμή, το 2018, δημοσίευσε στο επιστημονικό περιοδικό ΠΑΡΑΒΑΣΙΣ του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών (τεύχος 16/2) τα συμπεράσματά της για την πολύχρονη λειτουργία του Θεάτρου Κυδωνία στα Χανιά. Και ενώ θα πίστευε κανείς πως η θεατρολόγος έκλεισε την όποια υποχρέωση ένοιωθε απέναντι στο θέατρο Κυδωνία με τη δημοσίευσή της αυτήν, εντούτοις συνέχισε να επισκέπτεται την πόλη, να βλέπει παραστάσεις, να παρατηρεί τον τρόπο λειτουργίας του θιάσου και να οραματίζεται μια συνολικότερη έντυπη παρουσίαση των πεπραγμένων του θεάτρου, υπό τη μορφή βιβλίου, με αφορμή τα 20 χρόνια της λειτουργίας του στα Χανιά. Έτσι το αρχικό της άρθρο ξαναγράφτηκε σχεδόν από την αρχή, μοιράστηκαν καινούρια ερωτηματολόγια στους θεατές, συμπλήρωσε το υλικό της με μαρτυρίες φίλων του θεάτρου που δέχτηκαν να συμμετέχουν στην έκδοση καταθέτοντας την εμπειρία τους από τις παραστάσεις που παρακολούθησαν μέχρι σήμερα, ενώ τον πρόλογο του βιβλίου ανέλαβε να γράψει ο εκλεκτός φίλος και ένθερμος υποστηρικτής του Κυδωνία, καθηγητής Αλέξης Πολίτης. Το βιβλίο λοιπόν αυτό, εμπλουτισμένο με την πλήρη παραστασιογραφία του σχήματος, με πολλές φωτογραφίες παραστάσεων και άλλο χρήσιμο θεατρολογικό υλικό, επιμελημένο από τον ανεκτίμητο φίλο, καλό ηθοποιό και γραφίστα Αιμίλιο Καλογερή, πρόκειται να κυκλοφορήσει αυτές τις μέρες από το τυπογραφείο Μιχάλη Γεωρβασάκη για λογαριασμό των εκδόσεων της Εταιρείας Θεάτρου ΜΝΗΜΗ.

Στην έκδοση συμμετέχουν με κείμενά τους οι: Αλέξης Πολίτης (ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Κρήτης), Δημήτρης Δασκαλόπουλος (ποιητής, βιβλιογράφος), Έφη Θεοδώρου (καλλιτεχνική Διευθύντρια ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης, σκηνοθέτις), Λεωνίδας Κακάρογλου (ποιητής), Βασίλης Κάλφας (καθηγητής φιλοσοφίας ΑΠΘ), Αγγελική Καραθανάση-Μανουσάκη (φιλόλογος), Αγγέλα Καστρινάκη (καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας-Πανεπιστήμιο Κρήτης, πεζογράφος), Δημήτρης Κιούσης (ιατρός ερευνητής, μεταφραστής), Κώστας Κουτσουρέλης (συγγραφέας, διευθυντής του περιοδικού Νέο Πλανόδιον), Κλαίρη Μιτσοτάκη (συγγραφέας), Μανώλης Γ. Μπουζάκης (ιδρυτής – διευθυντής των Εκδόσεων «Γνώση»), Έμμυ Παπαβασιλείου (πολιτικός μηχανικός, σκηνοθέτις), Νικηφόρος Παπανδρέου (ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ, ιδρυτής της Πειραματικής Σκηνής της «Τέχνης»), Σταύρος Ψυλλάκης (κινηματογραφιστής),

καθώς και η εικαστικός Όλγα Βερυκάκη με τον πίνακά της «Θέατρο Κυδωνία», στην σελίδα τίτλου του βιβλίου.

Το θέατρο Κυδωνία και οι συνεργάτες του εκφράζουν την ευγνωμοσύνη και τις θερμές τους ευχαριστίες στην Ιωάννα Ρεμεδιάκη καθώς και σε όλους όσους έχουν συμβάλει στην έκδοση αυτή.

Το βιβλίο (192 σελίδες) θα διατίθεται στο φουαγιέ του θεάτρου Κυδωνία και σε επιλεγμένα βιβλιοπωλεία της Αθήνας.

Διαδικτυακή παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Νίκου Σουβατζή “Ανατολική περίπολος”

Την Παρασκευή 28 Μαΐου 2021 θα παρουσιαστεί διαδικτυακά η ποιητική συλλογή του Νίκου Σουβατζή Ανατολική περίπολος

Για το βιβλίο θα μιλήσουν: Λίλυ Αλεξιάδου, Διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας, ΕΔΙΠ Τμήματος Θεατρικών σπουδών ΕΚΠΑ, Φάνης Παπαγεωργίου, ποιητής, επίκουρος καθηγητής Πανεπιστημίου Πατρών, Αντώνης Χαριστός, φιλόλογος – συγγραφέας, Γεώργιος Τσουρέας, υπεύθυνος εκδόσεων Ηδυέπεια (φιλόλογος).

Θα πραγματοποιηθεί παρέμβαση απ’ τον ποιητή και πεζογράφο Τόλη Νικηφόρου. Ποιήματα απ’ τη συλλογή θα διαβάσει ο ηθοποιός Κώστας Ξυκομηνός.

Το βιβλίο

Η νέα ποιητική συλλογή του Νίκου Σουβατζή Ανατολική περίπολος κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ηδυέπεια.

Μακρινή στεριά

Κάποτε θα ‘χουμε τελειώσει
με όλα αυτά που μας πνίγουν
και το παρόν θα είναι
ένας μισοξεχασμένος εφιάλτης

Τότε, το μόνο που θα έχει απομείνει
θα είναι όσα αρνηθήκαμε
για να παραμείνουμε όρθιοι,
ένα καθαρό βλέμμα
και η βεβαιότητα
ότι κάποτε θα νικήσουμε

Κάποτε θα μετράμε τις πληγές μας
χωρίς να πονάμε
και θα λογαριαστούμε επιτέλους
με τους δαίμονες
που κυνηγούν τη ζωή μας

Τότε, οι λέξεις θα αποκτήσουν
ξανά το νόημά τους
και το βλέμμα μας θα χάνεται
σε μια απέραντη γαλήνια θάλασσα

Βιογραφικό

Ο Νίκος Σουβατζής γεννήθηκε στο Βερολίνο το 1977. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα ισπανικά, στα γαλλικά και στα αγγλικά και έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και ανθολογίες. Έχει εκδώσει μια συλλογή διηγημάτων με τίτλο Αναχώρηση και μια ποιητική συλλογή με τίτλο Χειμερινή ισημερία.

Το Ποίημα της Εβδομάδας: Ήμερος ύπνος, Χρήστος Μπράβος (1948-1987)

Ήμερος ύπνος

στον Χρήστο Κεραμίδα

Χιόνι σεντόνι τρυφερό για του φιδιού τον ύπνο.
Χιόνι και πένθιμο σκυλί βραχνός προφήτης.
Με νύχια παγωμένα ο λύκος κρύβεται.
Με φόβο οι ζωντανοί την πόρτα κλείνουν.
Κοιτάς απ’ το παράθυρο: Καπνίζουν τα πηγάδια.
Χιόνι· κι ανάψαν τη φωτιά στον κάτω κόσμο.
Ο κυνηγός στο πέρασμα το σπίρτο πίνει.
Τον λύκο, που εχύμηξε πίσω του, δεν τον βλέπει.
Νύχτα με πένθιμο σκυλί στον σάπιο φράχτη.
Κι οι πεθαμένοι ακούν· και περιμένουν.

Με των αλόγων τα φαντάσματα, 1985 | Εμείς το πήραμε από εδώ

Ο Χρήστος Μπράβος διαβάζει τον «Ήμερο ύπνο». Ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου τραγουδά τον «Ήμερο ύπνο»

Ο Χρήστος Μπράβος (1948-1987) γεννήθηκε στη Δεσκάτη Γρεβενών, αλλά από τα δεκαοχτώ του χρόνια έζησε στην Αθήνα. Σπούδασε μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Πατρών και εργάστηκε στο Υπουργείο Οικονομικών. Ανήκει στη γενιά του 1970, αλλά κυκλοφόρησε όψιμα την πρώτη του ποιητική συλλογή “Ορεινό καταφύγιο”, μόλις το 1983. Δυο χρόνια αργότερα εξέδωσε μια δεύτερη, “Με των αλόγων τα φαντάσματα”, κι ένα μονόφυλλο το 1986 με το ποίημα “Σονέτο του σκοτεινού θανάτου”, το οποίο γράφεται με αφορμή τα πενήντα χρόνια από το θάνατο του Λόρκα. Δημοσίευσε άρθρα, χρονογραφήματα και κείμενα κριτικής. Ανάμεσα στα τελευταία, πέντε όλα κι όλα, ενήμερα από βιβλιογραφική άποψη και οξυδερκή από αναγνωστική, ξεχωρίζουν τρία, για το λόγο ότι αναφέρονται στο Μίλτο Σαχτούρη, έναν ποιητή στον οποίο ο Μπράβος μαθήτευσεε ιδιαίτερα γόνιμα: “Η κριτική και ο Μίλτος Σαχτούρης. Ένας ‘περίπατος’ από αφορμή την Εισαγωγή στην ποιητική του Μίλτου Σαχτούρη του Γιάννη Δάλλα”, περ. “Ο Λογοτεχνικός Πολίτης”, τχ. 43 (Ιούνιος 1981), σ. 70-73· “Μίλτου Σαχτούρη ”Εκτοπλάσματα’, σελίδες 21″, περ. “Το Δέντρο”, τχ. 33-34 (Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 1987), σ. 21-23· “Η ‘αποκριά’ του Μίλτου Σαχτούρη: Ξόρκι ή όχημα της φρίκης;”, περ. “Γράμματα και Τέχνες”, τχ. 16 (Απρίλιος 1983), σ. 24-25. Ο ποιητής ασθένησε σοβαρά και πέθανε στα 39 του χρόνια, στις 20 Απριλίου 1987, δεύτερη μέρα του Πάσχα.

Ύστερα από το θάνατό του, το 1996, εκδίδεται η συλλογή “Μετά τα μυθικά”, με εικόνες του Χρόνη Μπότσογλου, πρόλογο του Μιχάλη Γκανά και επιμέλεια-επίμετρο του Μισέλ Φάις. Η συλλογή, στην οποία εμπεριέχεται και το μονόφυλλο του 1986, μοιράζεται σε δύο ενότητες: “Ξύλινα τείχη” και “Μετά τα μυθικά”, με πέντε και επτά ποιήματα αντίστοιχα. Τα πρώτα, χρονολογημένα, γράφονται ανάμεσα στις 28-3-1982 και 23-6-1983 (ένα στις 9-4-1985), ενώ τα δεύτερα είναι αχρονολόγητα αλλά πάντως γραμμένα μετά τις δύο δημοσιευμένες συλλογές του.

Τέλος, το 2018 από τις εκδόσεις Μελάνι κυκλοφόρησε ο «Βραχνός προφήτης | Ποιήματα και κριτικά κείμενα 1981-1987», Εκδόσεις Μελάνι 2018, ενώ ποιήματά του έχει μελοποιήσει ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου στον ομώνυμο δίσκο.

Τρία ποιήματα του Κώστα Γ. Παπαγεωργίου (1945 – 2021)

Πέθανε τα ξημερώματα, σε ηλικία 76 ετών, ο ποιητής Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, που γεννήθηκε στην Αθήνα το 1945 και ανήκε στη «γενιά του ΄70», την οποία είχε ο ίδιος συστηματικά μελετήσει, εκδίδοντας ήδη από το 1989 το σχετικό ομότιτλο δοκίμιο και βαπτίζοντάς-την «γενιά της άρνησης».

Υπήρξε ιδιαίτερα ενεργός τόσο στην ποίηση όσο και στην δοκιμιογραφία, την πεζογραφία και την κριτική μελέτη της λογοτεχνίας. Είχε εντρυφήσει σε πολλά είδη λόγου, όμως η ποίηση παρέμεινε πάντα «ο βασικός δημιουργικός του δρόμος».

ΤΟΥ ΥΠΝΟΥ

Στο πάτωμα ένα βρώμικο χαλί τόσο υγρό σαν από

λάσπη ανασυρμένο που όσο το έβλεπα δεν πρόλαβα ούτε 

να σκεφτώ κι όμως μου πέρασε απ’ τον νου ότι του 

ύπνου μου είναι αυτό το ιπτάμενο χαλί κι ότι άραγε 

από τι όνειρα θα λέρωσε. Όταν εκείνη τη στιγμή ακρι-

βώς μπροστά μου στέκεται ένας άγνωστος· θλιμμένος

\μάλλον με τη θλίψη του πατέρα μου αλλ’ άγνωστος μου 

φάνηκε εντελώς και με ρωτάει θλιμμένος έτσι ότι με τό-

σο βρώμικο χαλί πώς ονειρεύομαι και τι όνειρα μπορεί

να δει κανείς μέσα στη λάσπη ο ύπνος του. 

Το μαύρο κουμπί, Κέδρος, 2006

ΣΑΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ

Στα κελιά παλιάς μουσικής κατοικούν οι ερημίτες του

ονείρου. Ποτέ κανείς τους δεν σκέφτηκε τα κεριά της

ακοής του να σβήσει. Η κάθε τους μέρα παριστάνει 

φτυστή τη θλίψη της παραμονής της κι έτσι ποτέ κα-

νείς δεν ενδιαφέρεται για το αύριο. 

Εγώ το μαύρο θα κρατάω έως θανάτου, Κέδρος, 2016 

ΑΡΚΕΙ Η ΑΓΑΠΗ

β’

Κι αν το μελάνι στάζει αργά στον θόλο τ’ ουρανίσκου και απλώνεται ύστερα ανεπαίσθητα στη χλόη της γλώσσας, τις λέξεις κάνοντας ν’ ακούγονται δυσδιάκριτες, τα γράμματα ν’ αλλοιώνεται το σχήμα τους –του ρω η ουρά λειψή, του λάμδα ξεχαρβαλωμένο το αντιστήριγμα– η αγάπη αρκεί. Κι εξάλλου η ακοή δεν ξέρει ανάγνωση• αγράμματη είναι ας υποδύεται ότι ναι• δεν ξέρει ούτε τον ήχο των γραμμάτων να διακρίνει τόσο αγράμματη. Αγνοεί το πέρασμα του νοήματος πώς γίνεται και αρκείται στο άκουσμα μονάχα του ρυθμού που τσακισμένος βγαίνει έστω τρικλίζοντας ν’ ακούγεται και αργά η ανάσα του να χάνεται. Γι’ αυτό σου λέω η αγάπη αρκεί.

Η λύπη των άλλων, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2009

Βιογραφικό σημείωμα

Ο Κώστας Γ. Παπαγεωργίου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1945. Σπούδασε νομικά και φιλολογία. Στα γράμματα πρωτοεμφανίστηκε με την ποιητική συλλογή “Ποιήματα” το 1966. Εργάστηκε ως δικηγόρος από το 1972 ως το 1978· έκτοτε ασχολείται αποκλειστικά με την λογοτεχνία και με ό,τι αμέσως ή εμμέσως σχετίζεται μ’ αυτήν. Από το 2011 έως σήμερα συνδιευθύνει το τριμηνιαίο περιοδικό ποίησης Τα Ποιητικά. Συνεργάστηκε με τα αξιολογότερα λογοτεχνικά περιοδικά της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης κατά την τελευταία τριακονταετία (“Αντί”, “Λέξη”, “Δέντρο”, “Διαβάζω”, “Εντευκτήριο”, “Τραμ” κ.α.). Διετέλεσε συνυπεύθυνος στη σύνταξη των ετήσιων ομαδικών αντιδικτατορικών εκδόσεων Κατάθεση ’73 και Κατάθεση ’74, ενώ συνέταξε (με τον ποιητή Γιάννη Βαρβέρη) την “Ελληνική ποιητική ανθολογία θανάτου του εικοστού αιώνα” (1995). Άσκησε συστηματικά λογοτεχνική κριτική από περιοδικά και εφημερίδες. Από το 1982 ως το 1998 εξέδιδε και διηύθυνε το περιοδικό “Γράμματα και Τέχνες”. Ποιήματά του μελοποιήθηκαν και κυκλοφόρησαν σε δίσκους από τον Θάνο Μικρούτσικο (“Ιχνογραφία”), από τον Νίκο Τάτση (“Έρανα”), καθώς και από τον Χάρη Κατσιμίχα. Από το 1982 στην Ελληνική Ραδιοφωνία, στην αρχή ως σύμβουλος σε θέματα λογοτεχνίας και εν συνεχεία ως επιμελητής λογοτεχνικών εκπομπών και εκδηλώσεων στο Τρίτο Πρόγραμμα. Από το 1990 ως καθηγητής στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών, διδάσκοντας Ιστορία Θεάτρου και Λογοτεχνίας. Είναι ιδρυτικό μέλος της “Εταιρείας Συγγραφέων”. Ποιήματα, μελέτες και εκτενή δοκίμιά του έχουν μεταφραστεί σε ευρωπαϊκές γλώσσες. Έχει πάρει το Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2001 και το Βραβείο Ποίησης του περιοδικού “Διαβάζω”. Το 2009 τιμήθηκε με το Βραβείο του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών, για το σύνολο του ποιητικού του έργου. Το 2012 του απονεμήθηκε το Βραβείο Νουβέλας-Διηγήματος του περιοδικού “Διαβάζω” για το αφήγημά του “Νερό”.

Βραβεία: Βραβείο Ιδρύματος Πέτρου Χάρη Ακαδημίας Αθηνών 2009

Έργα του:

Ποιήματα, Αθήνα 1966, Συλλογή, Αθήνα, Φέξης 1970,

Επί πυγήν καθίσαι, Κέδρος 1972.

Ιχνογραφία, Κέδρος 1975, 3η έκδοση 1983,

Το οικογενειακό δέντρο, Κέδρος 1978,

Το σκοτωμένο αίμα, Κέδρος 1982,

Κάτω στον ύπνο, Κέδρος 1986,

Ραμμένο στόμα, Κέδρος 1990,

Ποιήματα (1972-1990), συγκεντρωτική έκδοση, Αθήνα, Κανάκη 1995,

Πατρίδα το αίμα, Καστανιώτης 1996,

Κλεμμένη ιστορία, Κέδρος 2000,

Ποιήματα (1972-2000), Αλεξάνδρεια 2004,

Πεζογραφία:

Το γιοτάπατο, Κέδρος 1977,

Των Αγίων Πάντων, Κέδρος 1992,

’Αννα, τώρα κοιμήσου, Γνώση 1995,

Ελληνικά Γράμματα, 2001,

Πήρε φως, Κέδρος 1998,

Αντί σιωπής, Σειρά: «Γράμματα για σένα», Ελληνικά Γράμματα, 2003

Πηγές: ΑΠΕ – ΜΠΕ, βιβλίο net, Poets.gr, Poeticanet, ΕΡΤ

Κινηματογράφος: 18 ταινίες του Θανάση Βέγγου στο YouTube

Αρκετοί είναι οι χρήστες στην πλατφόρμα του YouTube που έχουν ανεβάσει ταινίες στις οποίες πρωταγωνιστεί ο σπουδαίος Έλληνας ηθοποιός Θανάσης Βέγγος. Στα πλαίσια του σχετικού αφιερώματος του Λογοτεχνία και Σκέψη συγκεντρώσαμε δεκαοχτώ από αυτές σε μια λίστα στο YouTube. Ας είναι η αφορμή να θυμηθούμε για άλλη μια φορά τον “δικό μας άνθρωπο”.

Άποψη | Θανάσης Βέγγος κινούμενος, του Ευγένιου Αρανίτση

Ορισμένοι (κυρίως γυναίκες, νομίζω) βρίσκουν τον Βέγγο ανυπόφορο, τους μεταδίδει το άγχος της ανέφικτης ανάπαυλας. Προσλαμβάνουν τη διέγερσή του σαν έργο του μηχανισμού της υστερίας. Εγώ ανήκω σ’ εκείνους που θεωρούν τον ηθοποιό αυτό ιδιοφυή, έναν από στους σημαντικότερους κωμικούς της Ευρώπης. Παρακολουθώ τις ταινίες του που ξαναπροβάλλονται από την τηλεόραση και νιώθω έντονα την ίδια εκείνη εφηβική οξυγόνωση που σχετίζεται με την απελευθέρωση της παγιδευμένης πλήξης: έχω την αίσθηση ότι, σε έναν κόσμο απαθών, επιτέλους κάποιος κάνει κάτι! Αυτές οι δίνες, αυτός ο ίλιγγος, η σκοτοδίνη αυτή επιδρούν θεραπευτικά. Ο Βέγγος είναι σαμάνος. Το σώμα και το πνεύμα του, η ψυχοσωματική του ενότητα, υφίστανται ως ο τόπος παραγωγής μικρών στιγμιαίων στροβίλων συγκίνησης που απορροφούν την κατάθλιψη. (Κατάθλιψη ίσον απώθηση του τραυματικού γεγονότος).Όπως και ο Λουί ντε Φινές, πρώτος του εξάδελφος, αλλά με τρόπο πολύ λιγότερο θεατρικό, ο Βέγγος κινείται αδιάκοπα, σαν σ’ ένα ανάποδο μετατονισμό -προηγείται σχεδόν του πλάνου που τον φιλοξενεί. Αναγκάζει την κάμερα να τον κυνηγάει. Όπως σοφά παρατήρησε ο Χρήστος Βακαλόπουλος, ο Βέγγος παρασύρει τον κινηματογράφο έξω από το στούντιο, έξω από το αγοραφοβικό περιβάλλον της αστικής, νεόπλουτης Αθήνα του ’60, μακριά από το σύνθετο και τον καναπέ, στο δρόμο, στις γειτονίες που πεθαίνουν: το ίδιο του το σώμα σκηνοθέτησε το κύκνειο άσμα της αληθινής πόλης, αυτής που έμελλε να υπάρξει, έκτοτε, ολόκληρη, σαν ένα πανόραμα του κιτς (αν μιλάμε για την τηλεόραση και, αν μιλάμε για κινηματογράφο), σαν έναν σκηνικό γερμανικό, γαλλικό, αμερικάνικο.

Σύμφωνα με τον Βακαλόπουλο, αν ο Βέγγος τρέχει και δεν σταματάει είναι επειδή ένας απόλυτα αληθινός, μονολότι ασυνείδητος, πυρήνας, μέσα του, καταδιώκεται από το άγχος της επερχόμενης πλαστότητας του κόσμου, καταδιώκεται από την νέα χωροταξία του διαμερίσματος -κλουβί, από τα καινούργια ήθη της πανταχόθεν εκθειαζόμενης ατομικότητας, από τη ρήξη της κοινωνίας με τα πρόσωπα. Καταδιώκεται από την ανατέλλουσα κυριαρχία ενός γραμμικού χρόνου που συντρίβει τις λόξες της υποκειμενικότητας. Είναι ένας άνθρωπος που αδυνατεί να σταθεί και να ονειροπολήσει, οπότε μετατρέπει την ίδια του την ονειροπόληση σε φυγή. Μέσα στο πανδαιμόνιο, το σώμα του Βέγγου ονειρεύεται την απρόσιτη γαλήνη, ένα λίκνο πέραν των αντιθέσεων.

Σε τούτη την ευλογοφανή υπόθεση θα προσθέσω τη δική μου, κάπως πιο «ψυχολογική» όπως πάντα: ο Βέγγος τρέχει διότι κάτι ψάχνει. Θα παρατηρήσετε πως πάρα πολλοί κωμικοί, σ’ όλο τον κόσμο, τρέχουν πάνω κάτω, περιφέρονται, αλωνίζουν και γιατί άραγε, ειδικά το τρέξιμο του Βέγγου να ‘ναι τόσο ξεχωριστό; Θα πω, εδώ, το κοινότυπο πως αυτό που ψάχνουν οι κωμικοί είναι η λύση του προβλήματος της ταυτότητας («ποιος είμαι», «που πάω», «τι γυρεύω εδώ», «γιατί κάνω ότι κάνω» κ.λπ.) και ιδού γιατί το σενάριο θέλει ν’ αλλάζουν διαρκώς επαγγέλματα (Τζέρι Λουι): ο Βέγγος ψάχνει όχι τη λύση ενός αινίγματος αλλά την απάντηση σε μια απλή ερώτηση: «Πώς θα γυρίσω πίσω»; Πώς θα ξαναβρεθώ στο σημείο Α. Εξ’ ου ο Βέγγος, εν αντιθέσει προς τους άλλους κωμικούς αυτής της κατηγορίας, κινείται ρωτώντας.Ο Βέγγος ταξιδεύει εδώ και εκεί, διαγράφει ομόκεντρους κύκλους, ελίσσεται, πηδάει, μπαινοβγαίνει σε σπίτια, χτυπάει πόρτες, σκαρφαλώνει και αιωρείται στο κενό ρωτώντας: «Μήπως ξέρετε…» Μήπως ξέρουν αυτόν, μήπως είδαν εκείνη, μήπως μπορούν να του πουν που θα βρει, που θα δει, που θα συναντήσει: πώς θα διακρίνεις τους σηματοδότες ώστε να διανύσει τη διαδρομή αντίστροφα. Είναι κάποιος που «χάθηκε». Δεν είναι νομάς, περιπλανώμενος, τυχοδιώκτης ή τρελός, είναι ένα παιδί, που δε βρίσκει το δρόμο της επιστροφής, και να γιατί ρωτάει διαρκώς. Η ερώτηση, το επιφώνημα, είναι το κατώφλι της μητρότητας.

Αν και αποτελεί μια φιγούρα κατ’ εξοχήν σωματική, το γεγονός ότι παραμένει φορέας του ερωτώντος Λόγου, ότι κουβαλάει μαζί του όχι το δέον μιας διευθέτησης αλλά το βάρος μιας απορίας, τον κάνει ελαφρύ, διάφανο -παρά τη σπασμωδική μεσολάβηση στη ροή των πραγμάτων (πάντα το ασύμπτωτο μοχλού και κίνησης που διακρίνει ο Κλάιστ σ’ εκείνη την περίφημη παρατήρηση για τη μαριονέτα!) έχει κομψότητα χορευτή, καλλιτέχνη. Η ιδιοφυία του εγγράφεται στο κατόρθωμα του να ταξιδεύεις διασχίζοντας την οθόνη με ολόκληρο το σώμα σου, δηλαδή και με το πρόσωπο. Το πρόσωπο και η φωνή του Βέγγου είναι στοιχείο που δεν μπορεί κανείς να αντιδιαστείλει προς το σώμα –μηχάνημα, όπως συμβαίνει σε τόσες πολλές περιπτώσεις -αν κάτι υπερλειτουργεί, εδώ, δεν είναι τα πόδια του, τα χέρια, οι ώμοι, το κεφάλι, αλλά μια ασίγαστη εκφραστική ομιλία μαζί με το μυϊκό της σύστημα. Στην ομιλία αυτή, ως προς την οποία η υστερική μετακίνηση χρησιμεύει μόνο φαινομενικά σαν υπόβαθρο, αντηχεί σταθερά η θλίψη της εξορίας, το άγχος, το τρόμος της αδύνατης παλινδρόμησης. Είναι φως φανάρι ότι ο Βέγγος έχει διωχτεί, εναρκτηρίως, από τον παράδεισο.

Ποια ακριβώς συγκυρία εντοπίζεται στο σταυροδρόμι αυτού του εξοστρακισμού, κι αν πρόκειται για μια χαμένη αγκαλιά, για το βάλσαμο πάνω σε κάποια άλυτη σύγκρουση της παιδικής ηλικίας, δεν το γνωρίζω, κι ίσως να μην το ξέρει ούτε ο ίδιος ο Βέγγος, όμως πρόκειται, οπωσδήποτε, για έναν πόθο παλιννόστησης. Έτσι ο κωμικός γίνεται ο αρχιτέκτονας, ο σκηνογράφος της αυθεντικής Αθήνας, όπως αυτή ξετυλίγεται στο φανταστικό μας, δηλαδή μιας πόλης χτισμένης για να αποτρέπει την έξοδο προς τα πίσω, την Επιστροφή στο επέκεινα της Αγάπης. Δαίδαλος γίνεται η Αθήνα για τον Βέγγο όχι εξαιτίας του ότι μπερδεύονται τα σοκάκια της στο νου λόγω σύγχυσης, αλλά επειδή οι άνθρωποι αρχίζουν να μοιάζουν όλο και περισσότερο μεταξύ τους, όπως και τα σπίτια.

Αυτό διαφαίνεται στο ότι η ταχύτητα του κωμικού εξουδετερώνει τη διάκριση, δεν υπάρχει χρόνος για διάκριση, ο Βέγγος ρωτάει τους πάντες αδιακρίτως, του φαίνονται όλοι ίδιοι, πλέει μόνος του αντίθετα απ’ τα κύματα της εξατομίκευσης. Κινείται τόσο γρήγορα, ώστε βλέπει τους άλλους ακίνητους, κι αυτό τον πανικοβάλλει. Κάθε που σταθμεύει, για ένα δευτερόλεπτο, το πρόσωπο του, πρόσωπο ανεπανάληπτο, πρόσωπο πολύ όμορφο αν και άσχημο, εν ολίγοις πρόσωπο τόσο δραστικά σημαδεμένο από τον πυρετό του νοήματος, γίνεται, δίχως υπερβολή, μια μνημειώδης μάσκα λύπης, μελαγχολίας. Ο Βέγγος είναι το παιδί που έχασε τη μάνα του μέσα στο πλήθος και ο ρόλος που του επιφύλαξε η Ιστορία ήταν να ταυτίσει αυτή τη μάνα με την πόλη, όπως έκαναν και κάνουν οι ποιητές (πρόκειται πάντα είτε για την Πόλη είτε για τη Φύση).Μέσα σε τούτη την παροιμιώδη μελαγχολία –πάγια χαρακτηριστικό των Μεγάλων Κωμικών- κοιμάται η νοσταλγία όλων μας για έναν κόσμο τρυφερότητας που παρήλθε -τα σούρτα φέρτα του Βέγγου αποτελούν αντιπερισπασμό ώστε να μην ξυπνήσει η θερμή αυτή χαύνωση και έρθει απότομα αντιμέτωπη με τον εφιάλτη. Το βαθύτερο θέμα του Βέγγου είναι ο ανολοκλήρωτος απογαλακτισμός. Καθώς ανακατεύονται με τα πλήθη, καθώς το σώμα του (συν το πρόσωπο συν τη φωνή) αγωνίζεται να μετατρέψει την αλλοφροσύνη σε ερώτημα, ο δαιμονικός καλπασμός, διασώζει κάτι απ’ το κλάμα του νήπιου που βρέθηκε πρόωρα στην τρέλα των αυτοματισμών. Πράγματι, σε μια ταινία του, ξεχνάει που μένει, που βρίσκεται το σπίτι του, και καταλήγει να κοιμηθεί μέσα σε μια βιτρίνα.

Η ίδια η βιτρίνα είναι το φέρετρο του νεκρού, πράγματος, του νεκρού εμπορεύματος -ένας κόσμος γεμάτος βιτρίνες μοιάζει μακάβριος (γι’ αυτό τις στολίζουν όσο πιο γιορταστικά γίνεται) και ο Βέγγος το διαισθάνεται: να γιατί εκθέτει το σώμα του, το πρόσωπο του, υπό μορφή εμπορεύματος. Σα να λέει: Αν δε βρω εγκαίρως το δρόμο του γυρισμού, αν σταματήσω να τρέχω, θ’ αποκοιμηθώ ονειρευόμενος την Αφετηρία και το ξύπνημα θα είναι απογοητευτικό. Ας γίνω καλύτερα θέαμα, ας γίνω εικόνα που δεν αισθάνεται. Πρέπει λοιπόν να είσαι αδιάκοπα ξύπνιος, να μην αποκοιμηθείς ώστε να μη χρειαστεί να ξυπνήσεις. Αυτό ονομάζεται Εγρήγορση! Κατ’ ουσίαν, οι ταινίες του Βέγγου είναι πολιτικές. Δεν τον συνάντησα ποτέ αλλά τον θαυμάζω και τον αγαπάω απεριόριστα. Μέσα μου, το «πότε» αυτό είναι το «πάντα» σε ώρα ανάπαυσης.

Δημοσιεύτηκε στην εφ. Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία , 23 Ιανουαρίου 2000 | αναδημοσίευση από τη σελίδα Σινεφίλια

Αφιέρωμα στον Αλέκο Παναγούλη (1939 – Πρωτομαγιά 1976): Τρία ποιήματα και τρία βίντεο

Ὑπόσχεση

Τὰ δάκρυα ποὺ στὰ μάτια μας
θὰ δεῖτε ν᾿ ἀναβρύζουν
ποτὲ μὴν τὰ πιστέψετε
ἀπελπισιᾶς σημάδια.

Ὑπόσχεση εἶναι μοναχὰ
γι᾿ Ἀγώνα ὑπόσχεση.

Γραμμένο στὴν ἀπομόνωση στὸ Μπογιάτι, τὸν Φλεβάρη τοῦ 1972. «Γράφτηκε -σημειώνει ὁ ποιητὴς- ὄχι γιὰ νὰ δικαιολογήσει τὰ δάκρυα ποὺ ὁ πόνος καὶ ἡ ὀργὴ ἀνέβαζαν στὰ μάτια, μὰ γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσει μιὰ ἀπόφαση. Ἁπλοϊκὰ γραμμένο ἴσως, μὰ εἶναι ἕνας ὅρκος» – Τὰ ποιήματα – ἐκδόσεις Παπαζήση.

Ἀγωνίες

Ἂν χτυπήσουν τὴν πόρτα, μὴν ἀνοίξεις.
Ὅσο καὶ νὰ χτυποῦν.
Πρέπει νὰ πιστέψουν πὼς τὸ σπίτι
εἶναι ἀδειανό.
Δὲν θὰ τὴ σπάσουν. Μὴ φοβᾶσαι.
Ἂν τὴ σπάσουν,
θὰ ξέρουμε πὼς μᾶς πρόδωσαν.
Οὔτε κ᾿ ἐγὼ τὸ πιστεύω.
Ναί, θὰ πυροβολήσω ἂν μποῦνε.
Ἐσὺ δοκίμασε νὰ φύγεις.
θὰ μπορέσεις.
Γιὰ μᾶς θἆναι. Τόση ὥρα
τριγυρίζουν τὸ σπίτι.
Κύταξε ἀπ᾿ τ᾿ ἄλλο παραθύρι.
Μὰ πρόσεχε.
Ναί, βλέπω. Χτυπᾶνε ἀπέναντι.
Μίλα σιγότερα.
Ἀκοῦς; Φασαρία; Τί νὰ γίνεται;
Κάποιον πιάσανε. Εἶναι γέρος.
Τὸν χτυπᾶνε τὰ σκυλιά.
Ἄτιμοι.
Πόσους θὰ πιάσετε; θὰ μείνουν
ὅσοι χρειάζονται καὶ περσότεροι.
θὰ μείνουν καὶ δὲν θὰ σταυρώσουν
τὰ χέρια.

Αὔριο Φῶς

Γέλια ζωῆς
Χαρὲς μακρυνές
Σκέψεις ἀγάπης
Στιγμὲς φωτεινές

Ἐλπίδες θρεμμένες
Πίστης δουλειά
Μνήμες κρυμμένες
Πόνου Φωτιά

Λεύτερη σκέψη
Δοῦλο κορμί
Θλιμμένη ὄψη
Χαρούμενη ὁρμὴ

Τέτοιο σημάδι
Ἀγώνα ἀδελφός
Τώρα σκοτάδι
Αὔριο φῶς

Ἀλέξανδρος Παναγούλης (1939 – Πρωτομαγιὰ 1976): πολιτικὸς ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, ἀγωνιστὴς κατὰ τῆς δικτατορίας 1967-1974.

Πηγή

Αλέκος Παναγούλης: 1 Μαΐου 1976 “έφυγε” ο αγωνιστής ενάντια στη Χούντα | Ρεπορτάζ: ΕΡΤ’3
Αφιέρωμα της ΕΡΤ στα 11 χρόνια από τον θάνατο του Αλέκου Παναγούλη

(στη φωτογραφία της ανάρτησης εικονίζεται ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος στην κηδεία του Αλέκου Παναγούλη)